Όταν οι γονείς χωρίζουν

Η απόφαση των γονιών να μην είναι πλέον ζευγάρι είναι συχνά μια αναγκαία και αναπόφευκτη επιλογή, αποτέλεσμα ανυπέρβλητων δυσκολιών που αντιμετωπίζουν στη σχέση τους. Αποτελεί μια σημαντική ανατροπή της οικογενειακής ζωής καθώς συνεπάγεται αλλαγή στη ροή της καθημερινότητας αλλά και στις ισορροπίες ανάμεσα στις σχέσεις των μελών της. Το παιδί δεν μπορεί πλέον να απολαύσει την ταυτόχρονη παρουσία των γονιών που ήταν δεδομένη. Η μορφή της οικογένειας αλλάζει, ένα κεκτημένο έχει χαθεί. Παράλληλα, αλλάζει η θέση που κατείχε στη σχέση με τους γονείς – δεν είναι πλέον μαζί, αλλά ανάμεσά τους. Κατά συνέπεια, έρχεται αντιμέτωπο με το φόβο ότι ο χωρισμός τους ως ζευγάρι σηματοδοτεί την απώλειά τους ως γονεϊκά πρόσωπα. Επομένως, εγείρονται φόβοι σχετικά με το κατά πόσο οι πρακτικές αλλαγές που επιφέρει ο χωρισμός δε συνεπάγονται και μια πιο οριστική απώλεια της αγάπης και της σχέσης μαζί τους.
Τα συναισθήματα του παιδιού είναι ανάμεικτα – φόβος, θυμός, αγωνία. Παράλληλα, μαζί με τη δική του θλίψη βιώνει και ένα κομμάτι της θλίψης των γονέων σχετικά με τον χωρισμό. Αντίστοιχα, οι γονείς κατακλύζονται από αμηχανία και ενοχή. Αλλά και από θυμό ενίοτε προς τον/την σύζυγο αναφορικά με την εξέλιξη της σχέσης τους.
Η προσέγγιση προς το παιδί σχετικά με το είδος της ενημέρωσης εξαρτάται και επηρεάζεται από τους λόγους του χωρισμού – αν είναι συναινετικό ή όχι, αν και σε ποιο βαθμό το παιδί έχει βιώσει καβγάδες και εντάσεις. Όταν το παιδί είναι μάρτυρας συγκρούσεων, οι εξηγήσεις έρχονται να το καθησυχάσουν, να λειτουργήσουν επανορθωτικά σε κάτι δυσάρεστο που έχει βιώσει. Όταν πάλι πρόκειται για μια «ήρεμη» μετάβαση, οι γονείς καλούνται να παρέχουν ενημέρωση που θα δώσει το πλαίσιο για τα σενάρια του μέλλοντος, τις αλλαγές που επίκεινται και το τί σημαίνουν αυτές για τη ζωή και τις σχέσεις του μαζί τους.

Πιο συγκεκριμένα, το παιδί χρειάζεται μια εξήγηση ως προς το το «γιατί» του χωρισμού. Δίνοντας του μια αναλογία της κατάστασης με βάση δικά του βιώματα στις σχέσεις με τους φίλους του, στα μέτρα της δικής του πραγματικότητας, η συνθήκη καθίσταται πιο κατανοητή. Όπως εκείνο μαλώνει με φίλους και κάποια στιγμή πιθανόν αποφασίζει να μην κάνει παρέα μαζί τους, το ίδιο συμβαίνει και με τους γονείς του. Νοιάζονται ο ένας για τον άλλον ωστόσο οι διαφωνίες τους είναι τόσο έντονες, ώστε να μην μπορούν πλέον να είναι μαζί. Η εξήγηση είναι σημαντική για να αποφευχθούν σενάρια που το παιδί δημιουργεί με το ίδιο ως υπαίτιο της μεταξύ τους ρήξης, καθώς τείνουν να αισθάνονται υπεύθυνα αν κάτι δεν πάει καλά στη σχέση των γονιών. Ενίοτε μάλιστα, αναλαμβάνουν και διαμεσολαβητικό ρόλο προκειμένου να εξασφαλίσουν την αποκατάσταση της σχέσης, καθώς η καλή σχέση των γονιών δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας. Είναι ανάγκη να τους αισθάνονται να σαν ενότητα, καθώς αποτελούν για τα παιδιά σημείο αναφοράς, φροντίζοντας τη συναισθηματική και πρακτική τους επιβίωση, συγκρατώντας τα δύσκολα συναισθήματα και εμπεριέχοντας τις αγωνίες τους. Επομενως, όταν αυτό το δεδομένο ανατραπεί μπορεί εύκολα να αναλάβουν αταίριαστους ρόλους που επιβαρύνουν συναισθηματικά και πρακτικά.
Ο καθησυχασμός του παιδιού ότι η λύση της σχέσης του ζευγαριού δε συνεπάγεται ότι θα χάσει τον έναν από τους δύο, αποτελεί βασικό ζητούμενο στη διαχείριση της κατάστασης. Απαιτείται λοιπόν ένας υγιής διαχωρισμός του γονεϊκού και συντροφικού ρόλου. Συγκεκριμένα, κάθε μέλος του ζευγαριού καλείται να διαχωρίσει τον συζυγικό ρόλο, που παύει να υπάρχει, από τον γονεϊκό, που παραμένει ενεργός. Οι γονείς που χωρίζουν δεν είναι πλέον σύντροφοι ωστόσο παραμένουν γονείς. Παράλληλα, καθένας τους καλείται να προστατεύσει το παιδί από τα δικά του αρνητικά συναισθήματα προς τον άλλο γονιό ώστε να μην εμπλακεί στη μεταξύ τους αντιπαλότητα, διαλέγοντας τον έναν σε βάρος του άλλου. Θέτοντας τον γονεικο ρόλο ως προτεραιότητα, ο γονιός καταφέρνει να διαχειριστεί πιθανά αντικρουόμενα συναισθήματα. Επιδεικνύοντας τον απαραίτητο σεβασμό προς τις ανάγκες του παιδιού, διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μια υγιή μετάβαση στο νέο σχήμα της οικογένειας