Ερωτήσεις αναφορικά με το θάνατο

Τα παιδιά θέτουν διαρκώς ερωτήσεις και οι γονείς συχνά αναρωτιούνται αν και πως πρέπει να απαντήσουν. Αν και η ειλικρίνεια είναι ο χρυσός κανόνας, ωστόσο δεν είναι πάντα εφικτή, ειδικά όταν αφορά ερωτήματα όπου οι απαντήσεις δεν είναι ξεκάθαρες ακόμη και για τους ίδιους τους ενήλικες. Ερωτήματα γύρω από το θάνατο, είτε διατυπώνονται σαν γενική απορία, πολύ περισσότερο δε όταν αφορούν την απώλεια κάποιου αγαπημένου προσώπου, αποτελούν συχνά ταμπού καθώς οι γονείς έρχονται αντιμέτωποι με την δική τους δυσκολία να μιλήσουν για ένα τραγικό γεγονός που και οι ίδιοι δεν έχουν κατανοήσει, πόσο μάλλον αποδεχτεί.

Η αυθόρμητη σκέψη να προστατέψουν τα παιδιά αποκρύπτοντας την πληροφόρηση για το δραματικό γεγονός συγχρόνως αντανακλά τη δική τους ανάγκη να αμφισβητήσουν και να ακυρώσουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα, διατηρώντας την ψευδαίσθηση ότι ίσως τα πράγματα δεν είναι τόσο τελεσίδικα όσο φαίνονται. Ωστόσο, η ελλιπής πληροφόρηση ή η παραπληροφόρηση επιτείνει τη σύγχυση αναφορικά με το συμβάν, καθώς αφήνει τα παιδιά εκτεθειμένα σε απορίες και συναισθήματα πρωτόγνωρα, που χωρίς την υποστήριξη του ενήλικα αδυνατούν να επεξεργαστούν.

Άλλωστε, η έννοια του θανάτου για τα παιδιά είναι κατανοητή μέσα από την έννοια του αποχωρισμού, τον οποίο βιώνουν όταν καλούνται να λειτουργήσουν μακρυά από τους γονείς σε κάθε στάδιο του μεγαλώματός τους. Ο θάνατος είναι ένας μόνιμος αποχωρισμός.

Με απλές λοιπόν έννοιες χρειάζεται να ενημερωθούν γι’ αυτό που συνέβη, για να έχουν την ευκαιρία να θρηνήσουν την απώλεια και να επεξεργαστούν τα συναισθήματα που τους προκαλεί. Ακριβώς όπως και οι ενήλικες, διεκδικούν να κατανοήσουν και να εκφράσουν την θλίψη, τον πόνο, τον θυμό που αισθάνονται. Η συμβολή του ενήλικα σε αυτό είναι αναγκαία, καθώς λειτουργεί ως απαραίτητο στήριγμα στο παιδί ώστε να μην εμπλακεί σε αυθαίρετες ερμηνείες, αβάσιμους φόβους και αγωνίες. Oι ερωτήσεις που τίθενται και οι απαντήσεις που δίνονται παρέχουν το απαραίτητο πλαίσιο ώστε να ανταπεξέλθει συναισθηματικά στο τραγικό γεγονός.