Κριτήρια επιλογής ψυχολόγου

Η απόφαση να αναζητήσει κανείς ψυχολογική βοήθεια είναι μια κίνηση που μπορεί να αναβάλλεται για αρκετό διάστημα, ακόμη και όταν έχει επιλέξει το πρόσωπο που θα απευθυνθεί. Μέχρι την τελική κίνηση της επικοινωνίας μεσολαβεί συνήθως κάποιος χρόνος προκειμένου να καμφθούν ενδεχόμενοι ενδοιασμοί σε σχέση με το αν και τι πραγματικά χρειάζεται κανείς, ώστε να αποτιμήσει αν η κατάσταση που βιώνει απαιτεί τη διαμεσολάβηση ειδικού, μέχρι να πεισθεί ότι μπορεί να εμπιστευτεί κάποιον που δε γνωρίζει, στον οποίο θα εκθέσει σκέψεις και προβληματισμούς που θα αποκτήσουν πλέον υπόσταση εφόσον μπει στη διαδικασία να τους μοιραστεί.

Η αμφιθυμία που βιώνει κανείς μέχρι να προβεί σε μια τέτοια κίνηση καθιστά την επιλογή του προσώπου που θα απευθυνθεί ακόμη πιο σημαντική. Κι αυτό γιατί η καταλληλότητά του ψυχολόγου και η σχέση που θα αναπτυχθεί μαζί του επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την τελική δέσμευση στη διαδικασία, που αν δεν είναι ικανοποιητική,  μπορεί να λειτουργήσει αποθαρρυντικά όχι μόνο στο παρόν αλλά και σε κάθε ενδεχόμενη μελλοντική συνεργασία. Άλλωστε, η σχέση με τον ψυχολόγο αξιολογείται διαρκώς, τόσο κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας αλλά ακόμη περισσότερο στα αρχικά στάδια της απόφασης, όπου κανείς συνεχίζει να διαπραγματεύεται την επιθυμία να μιλήσει για όσα τον δυσκολεύουν. Ερωτήματα όπως «Πώς ξέρω ποιος ψυχολόγος είναι κατάλληλος για εμένα? Μπορεί να με βοηθήσει σε αυτό που χρειάζομαι? Με ποια κριτήρια τον επιλέγω?» παραμένουν ανοιχτά ακόμη και μετά τις πρώτες συναντήσεις.

Διευρύνοντας τα παραπάνω ερωτήματα σε σχέση με την επιλογή ειδικού πέραν της ειδικότητας του ψυχολόγου, διαπιστώνει κανείς ότι η συνήθης τακτική αφορά την αναζήτηση συστάσεων από ανθρώπους που εμπιστευόμαστε, που έτυχε να βρεθούν σε παρόμοια θέση ή που τυχαίνει να κατέχουν πιο εξειδικευμένη γνώση. Η πρακτική αυτή παρέχει κάποιου είδους ασφάλεια καθώς, ακόμη κι αν μελετήσουμε τα τυπικά προσόντα ενός επαγγελματία, είναι σχεδόν αδύνατο να γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν έχει την απαραίτητη εξειδίκευση, εμπειρία και ικανότητα ώστε να ανταποκριθεί σε αυτό που χρειαζόμαστε. Επομένως, η εμπειρία άλλων ανθρώπων αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό φίλτρο που θα επιτρέψει να εμπιστευτούμε κάποιον που δεν γνωρίζουμε προσωπικά, βασιζόμενοι στη φήμη ή την αποτελεσματικότητά του στη διαχείριση μιας παρόμοιας κατάστασης. Ωστόσο, η αναζήτηση ψυχολόγου έχει την ιδιαιτερότητα ότι ακουμπά σε μια ανάγκη πιο προσωπική, που συχνά κανείς αποφεύγει να μοιραστεί, ιδιαίτερα στα πρώτα της στάδια. Προκειμένου να αποφευχθούν μικρές ή μεγαλύτερες προσωπικές αποκαλύψεις, συχνά κανείς προτιμά να επιλέξει το πρόσωπο που θα απευθυνθεί με πιο «τυχαία» κριτήρια όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαδικτυακής αναζήτησης. Εκεί η επιλογή διασφαλίζει ταχύτητα και εχεμύθεια όχι όμως και επαρκή εγγύηση ως προς την ποιότητα της συνεργασίας, καθώς τα κριτήρια αξιολόγησης περιορίζονται σε μια πρώτη «διαδικτυακή» εντύπωση ή στην αίσθηση που θα αποκομίσει το άτομο κατά τη διαπροσωπική επαφή. Υπάρχουν ωστόσο κάποια πιο εξειδικευμένα σημεία που μπορεί να λάβει κανείς υπόψη του κατά την αξιολόγηση του προσώπου ώστε να συμπληρώσει την αρχική εντύπωση, τα οποία συνοψίζονται στο τι καλείται να κάνει ένας ψυχολόγος ώστε να θεωρείται επαρκής στον ρόλο του.

Ο ψυχολόγος λοιπόν δεν κρίνει, δεν επικροτεί ούτε αποδοκιμάζει τις πράξεις και τις επιλογές, πολλώ δε μάλλον το ίδιο το άτομο. Απεναντίας, τα σχόλια και οι παρεμβάσεις του στοχεύουν στο να βοηθήσουν το άτομο να αντιληφθεί τα συναισθήματα που βιώνει αναφορικά με τα γεγονότα που περιγράφει. Πιο συγκεκριμένα, να αναγνωρίσει και να διαχειριστεί το θυμό, τη θλίψη, την αμφισβήτηση, που δυσκολεύεται ή αποφεύγει να συνειδητοποιήσει. Δεν λειτουργεί ως αυθεντία, ως ειδήμων, ως εκείνος που κατέχει τη γνώση. Με αφετηρία τις διηγήσεις του ατόμου, δημιουργεί αφορμές για σκέψη ώστε το ίδιο να αξιολογήσει τη συμπεριφορά και τις επιλογές του, να κρίνει πιο ολοκληρωμένα τη στάση του ώστε να την κατευθύνει περισσότερο προς ό,τι προσφέρει περισσότερη ικανοποίηση στην καθημερινότητα.

Η σχέση με τον ψυχολόγο συνιστά μια ιδιαίτερου τύπου επικοινωνία που ξεφεύγει από τους συνηθισμένους κοινωνικούς κανόνες τυπικότητας και ευγένειας, αρέσκειας ή απαρέσκειας. Δεν στοχεύει στο να καθησυχάσει, να παρηγορήσει ή να κανακέψει. Είναι εκεί για να ακούσει τη δυσκολία, να μοιραστεί τον πόνο, τη θλίψη, με μια στάση πιο ουδέτερη και αποστασιοποιημένη, παρέχοντας σιωπηλή συμπαράσταση χωρίς την διαχυτικότητα ή την τρυφερότητα μιας πιο προσωπικής επαφής. Δεν απαιτεί από το άτομο μια τυπική κοινωνική συμπεριφορά. Δεν επιζητά αντίστοιχα να καθησυχαστεί, να κολακευτεί ή να επιβεβαιωθεί σε σχέση με το αν είναι καλός η ευγενικός, σε σχέση με το πόσο σωστά μιλάει, ή πόσο καλά κάνει τη δουλειά του. Είναι ανθεκτικός στο θυμό και την αμφισβήτηση χωρίς να θίγεται ή να θυμώνει ως ανταπάντηση.

Η σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου δεν συνιστά μια ευγενική κοινωνική επαφή. Πολλές φορές η τυπική και απόμακρη στάση του ξαφνιάζει, καθώς ξεφεύγει από τους συμβατικούς κοινωνικούς κανόνες. Αποφεύγει να αποκαλύψει στοιχεία της προσωπικής του ζωής, να απαντήσει σε καθημερινές προσωπικές ερωτήσεις που μπορεί να προκύψουν με διάφορες αφορμές, δεν ενδίδει σε αιτήματα που παρασύρουν τη σχέση εκτός του πλαισίου συνεργασίας και αντίστοιχα τον ίδιο εκτός του ρόλου του, όπως το να προσφέρει διευκολύνσεις πέραν της συνεργασίας που προκύπτει στα πλαίσια της θεραπείας. Αφήνοντας έξω οτιδήποτε προσωπικό, αντέχοντας να γίνεται δυσάρεστος όταν και όσο χρειάζεται, καταφέρνει να οριοθετεί το πλαίσιο της σχέσης, γεγονός που αποτελεί σήμα και για το ίδιο το άτομο στο πως να οριοθετεί τον εαυτό του και τις σχέσεις του.

Είναι γεγονός ότι η επιλογή του κατάλληλου προσώπου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ιδίως γιατί οι τυπικές προδιαγραφές, όπως οι τίτλοι σπουδών, αν και σημαντικές, δεν είναι ωστόσο καθοριστικές για την καταλληλότητα του ψυχολόγου ως θεραπευτή, που συνίσταται κυρίως στην ικανότητά του να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη θεραπευτική σχέση. Απεναντίας, η ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και η κλινική εμπειρία είναι στοιχεία πιο καθοριστικά από την ακαδημαϊκή γνώση, γεγονός που καθιστά τις όποιες συστάσεις ένα αναγκαίο πρώτο σημείο αξιολόγησης.

Μια πρώτη δοκιμαστική περίοδος συναντήσεων είναι πιθανόν σημαντική ώστε το άτομο να αξιολογήσει το πλαίσιο της επικοινωνίας, την αίσθηση που αποκομίζει μέσα στο σχήμα της συνεργασίας. Στο διάστημα αυτό, θα χρειαστεί ίσως να θέσει ανοιχτά πιθανές ενστάσεις ή διαφωνίες που εφόσον συζητηθούν, μπορούν  να οδηγήσουν σε πολύτιμα συμπεράσματα για τη συνεργασία καθεαυτή ή να αποτελέσουν αφορμή για σκέψη αναφορικά με τις σχέσεις που το άτομο διατηρεί με τους ανθρώπους γύρω του, ως προς τον τρόπο που συνηθίζει να σχετίζεται μαζί τους. Σε κάθε περίπτωση, το ενδεχόμενο να προσανατολιστεί προς ένα πρόσωπο πιο κατάλληλο και ταιριαστό με τις ανάγκες του χρειάζεται να παραμένει ανοιχτό. Έτσι ώστε η πιθανή αμφισβήτηση ή η όποιο δυσαρέσκεια που θα προκύψει στη σχέση, να μην επηρεάσει συνολικά τη δέσμευσή του στη διαδικασία συνολικά. Συχνά έχουμε την τάση, προκειμένου προστατεύσουμε τον εαυτό μας από το να ξαναεκτεθεί σε μια συνθήκη μη ικανοποιητική, να γενικεύουμε την αρνητική προσωπική εμπειρία, ιδιαίτερα όταν αυτή εν μέρει δικαιώνει τους αρχικούς μας ενδοιασμούς. Η πιθανή αστοχία στην επιλογή του προσώπου τείνει τότε να χρωματίσει όχι μόνο την παρούσα σχέση, αλλά και κάθε πιθανή μελλοντική ψυχοθεραπευτική συνεργασία, δημιουργώντας εμπόδια και απομακρύνοντας το ενδεχόμενο να δεχτούμε τη βοήθεια που χρειαζόμαστε. Ωστόσο, ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα σοβαρό εγχείρημα, χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε με την αντίστοιχη σοβαρότητα και την επιλογή του προσώπου. Όταν τα κριτήρια επιλογής είναι πιο επιφανειακά, μοιάζει σα να υποτιμούμε τη σπουδαιότητα της ανάγκης μας, αφήνοντας το αποτέλεσμα της συνεργασίας στην τύχη. Καλούμαστε τότε όχι μόνο να αποδώσουμε αλλά και να αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, διερωτώμενοι πόσο επαρκείς ήμασταν οι ίδιοι στη φροντίδα του εαυτού μας, πριν αναλογιστούμε την ανεπάρκεια των άλλων, ακόμη κι αν αυτοί φέρουν αναγκαία μεγαλύτερη ευθύνη, καθώς ανήκουν στην ομάδα των «ειδικών».

Πρώτη δημοσίευση: Άρθρο Φώνης Τζιτζιμίκα στο Arts&Antiques CCR

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *