Η σχέση μας με το κατοικίδιο και οι αντιδράσεις στην απώλειά του

Όσοι είχαν την τύχη να έχουν κατοικίδιο, γνωρίζουν καλά ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή εμπειρία. Για πολλούς συνιστά μια γλυκιά ανάμνηση, κομμάτι της παιδική ηλικίας,  καθώς ένα ζωάκι – συχνά γάτα ή σκύλος – αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, ένα επιπλέον μέλος της οικογένειας. Για άλλους συνιστά ενήλικη επιλογή, είτε στα πλαίσια της σχέσης με έναν σύντροφο που τυγχάνει να συμβιώνει ήδη με ένα τετράποδο, είτε και σαν κοινή απόφαση που δίνει την ευκαιρία στο ζευγάρι να δεθεί αλλά και να δοκιμαστεί μέσα από την κοινή φροντίδα, μια μορφή «πρόβας» πριν την πιο απόλυτη δέσμευση που υποθέτουν ότι συνιστά η δημιουργία οικογένειας. Πράγματι η φροντίδα ενός κατοικίδιου έχει πολλές αναλογίες με αυτήν ενός παιδιού καθώς προϋποθέτει  εξίσου το νοιάξιμο, την έκφραση τρυφερότητας, την οριοθέτηση αλλά και το σεβασμό προς κάποιον του οποίου η επιβίωση, τόσο πρακτική όσο και συναισθηματική, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτόν που τον φροντίζει, γεγονός που επιβάλλει να ανταποκριθεί στο ρόλο που έχει επιλέξει με την απαιτούμενη υπευθυνότητα.

Ιδιαίτερα σε περιόδους όπως αυτή που διανύουμε, με τις κοινωνικές επαφές να μπαίνουν υπό το μικροσκόπιο λόγω του γενικευμένου φόβου αλλά και των πολλαπλών απαγορεύσεων, οι «τετράποδοι φίλοι» απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη αξία. Όχι μόνο ως νόμιμη δικαιολογία για επιπλέον βόλτες πέραν της επιτρεπόμενης ώρας κυκλοφορίας. Αλλά κυρίως γιατί η ύπαρξή τους ήρθε να καλύψει ένα κενό σε σχέση με τις μειωμένες αλληλεπιδράσεις και την έλλειψη συντροφικότητας, λειτουργώντας ως ευκαιρία για έκφραση τρυφερότητας και σωματική επαφή που εδώ και καιρό λειτουργεί ως κίνδυνος και τίθεται προς αποφυγή.

Είναι προφανές ότι πρόκειται για μια σχέση μοναδική καθώς διαφοροποιείται τόσο με βάση το χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου, αλλά και σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες του ζώου το οποίο κανείς υιοθετεί. Για παράδειγμα, οι περιορισμοί στη σωματική εγγύτητα, όπως το χάδι που είναι πολύ πιο αυτονόητο προς τη γάτα ή το σκύλο σε σχέση με ένα ψαράκι ή ένα πουλί, διαμορφώνουν συχνά το είδος αλλά και την ένταση του συναισθηματικού δεσίματος που αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Ωστόσο, πέρα από τις όποιες διαφορές, υπάρχουν εξίσου κοινά χαρακτηριστικά που προκύπτουν από την ιδιαίτερη φύση της σχέσης. Όπως έχει διαπιστωθεί, η απουσία λεκτικών σημάτων στην επικοινωνία έχει ως συνέπεια να πυροδοτούνται αυτόματες αντιδράσεις και συναισθήματα που ενισχύουν την επιθυμία για παροχή φροντίδας και την τάση για προστατευτικότητα, όπως και στην επαφή μας με ένα βρέφος. Επιπλέον, η άνευ όρων αγάπη και αποδοχή που απολαμβάνει κανείς στη σχέση με το κατοικίδιο είναι τόσο ζωτική ώστε συχνά καταλήγει να αναπληρώνει ελλείψεις που προϋπάρχουν στις σχέσεις με τρίτους, με αποτέλεσμα η απόκτησή του να λειτουργεί ως αναγκαίο υποκατάστατο αλληλεπιδράσεων που δεν βιώνονται ως σταθερές ή επαρκώς ικανοποιητικές.

Αντίστοιχα η απώλεια μιας τόσο σημαντικής σχέσης είναι αναπόφευκτα οδυνηρή, ακόμη και στις περιπτώσεις που αποτελεί μια μακρινή παιδική ανάμνηση. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανθρώπων που, έχοντας μεγαλώσει σε εποχές ή περιοχές όπου η σχέση με τα ζώα ήταν, ενδεχομένως και αναγκαία, περισσότερο «χρησιμοθηρική» (ως εργαλεία δουλειάς ή μέσο σίτισης), περιγράφουν το συναισθηματικό δέσιμο με ένα οικόσιτο ζώο, συνηθέστερα κουνελάκι ή κατσικάκι, που δεν είχαν αντιληφθεί ότι η οικογένεια είχε αποκτήσει με σκοπό να αποτελέσει μελλοντικό γεύμα. Τη θλίψη που ένιωσαν τη στιγμή που διαπίστωσαν ότι το αγαπημένο τους ζωάκι δεν ήταν πλέον στη συνηθισμένη του θέση. Πόσο τραυματικά βίωσαν την απώλεια, πόσο σοκαρισμένοι διαπίστωσαν την «παρουσία» του στο οικογενειακό τραπέζι, με αποτέλεσμα να βιώνουν ακόμη και στο παρόν μια άρνηση διαρκείας στο να καταναλώσουν το είδος του.  

Ακόμη και στις περιπτώσεις που η απώλεια του κατοικιδίου δεν προκύπτει με τόσο αιφνίδιο και δραματικό τρόπο, η ένταση με την οποία βιώνεται είναι εξίσου μεγάλη. Όποια συνθήκη κι αν αναλογιστεί κανείς, ακόμη και στις περιπτώσεις που χάνεται σε βαθύ γήρας, «πλήρες ημερών» όπως θα λέμε για κάποιον συνάνθρωπο, η απώλειά του δεν είναι ποτέ ανώδυνη ούτε εύκολα αποδεκτή. Απεναντίας, το πένθος που προκαλεί, προσομοιάζει σε ένταση και βάθος αυτό που βιώνουμε και για τους κοντινούς μας. Οι ομοιότητες αφορούν όλο το εύρος των συναισθημάτων, από την εναλλαγή της θλίψης και του θυμού, μέχρι την περιστασιακή αναζήτηση της παρουσίας αυτού που έχει χαθεί, τις επαναλαμβανόμενες σκέψεις γύρω από τα γεγονότα που οδήγησαν στην απώλεια, την αναζήτηση απαντήσεων ως προς το τι θα μπορούσε να έχει γίνει διαφορετικά, πως θα μπορούσαμε να έχουμε αποτρέψει το συμβάν, τι θα μπορούσαμε να έχουμε πει ή να έχουμε κάνει διαφορετικά.

Αντιμέτωποι με την απώλεια του κατοικιδίου τους, προκειμένου να  προστατεύσουν τον εαυτό τους από τον πόνο που τους προκαλεί, πολλοί επιλέγουν να το αντικαταστήσουν άμεσα με ένα νέο, με την ελπίδα ότι η έλευση του καινούριου φίλου θα απαλύνει την οδύνη και θα επιτρέψει να ξεχάσουν τη θλίψη με τη νέα χαρά. Άλλοι επιλέγουν να αποφύγουν επί μακρόν το ενδεχόμενο υιοθεσίας, καθώς η ανάμνηση του πόνου που έχουν ήδη βιώσει τους αποτρέπει από το να ξαναεπενδύσουν σε μια σχέση που επισείει έναν παρόμοιο κίνδυνο. Άλλωστε, όπως συμβαίνει συνήθως με όλα τα σημαντικά γεγονότα, τα συναισθήματα που προκύπτουν με αφορμή μια κατάσταση στο παρόν αφορούν μεν το ίδιο το συμβάν αλλά εξίσου πυροδοτούν αναμνήσεις από το παρελθόν που επανέρχονται στη μνήμη με αφορμή το τώρα. Κάθε πρόσφατη απώλεια είναι κατά κάποιον τρόπο, πολλαπλά επώδυνη καθώς μας ξαναφέρνει αντιμέτωπους με παλαιότερες, ενίοτε ανεπεξέργαστες, ανακινώντας συναισθήματα από όσα σημαντικά έχουν εδώ και καιρό χαθεί. Με τον ίδιο τρόπο, η απώλεια του κατοικίδιού μας έλκει συναισθήματα ξεχασμένα στο χρόνο, και μας ωθεί διαισθητικά να αποφύγουμε την αναβίωσή τους, αναδεικνύοντας τη  στέρηση σαν ασφαλέστερη επιλογή, όπως ο προδομένος σύντροφος, που προτιμά τις περιστασιακές σχέσεις προκειμένου να μην εμπλακεί συναισθηματικά, προστατεύοντας τον εαυτό του από το να βιώσει ξανά τον πόνο που τον στιγμάτισε. Ενδεχομένως η επιλογή αυτή να απέχει αρκετά από το να αποτελεί ουσιαστική προστασία μιας και η άρνηση να ξαναεκτεθεί κανείς σε μια νέα σχέση αποτελεί συχνά απόδειξη σιωπηλής παραμονής σε ένα πένθος που δυσκολεύεται να αφήσει πίσω του καθώς καταλήγει να το αναβιώνει νοερά με αφορμή κάθε νέα πιθανή επαφή. Συνιστά ωστόσο μια ενστικτώδη ανάγκη όχι μόνο προφύλαξης από τη θλίψη που βιώνει κανείς αλλά και μια ευκαιρία να πενθήσει ουσιαστικά την απώλεια, τιμώντας την απουσία ενός πλάσματος πολύ κοντινού, που αρνείται να  υποκαταστήσει βιαστικά, προσποιούμενος ότι δεν έλλειψε ποτέ.

Βιβλιογραφία

Field, N. P., Orsini, L., Gavish, R. & Packman, W., (2009). Role of Attachment in Response to Pet Loss, Death Studies, 33(4), 334-355

Archer, J. (1997). Why do people love their pets?. Evolution and Human behavior, 18(4), 237–259.

Πρώτη δημοσίευση: Άρθρο Φώνης Τζιτζιμίκα στο Arts&Antiques CCR

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Πιο δημοφιλή:

Ημερολόγιο
Οκτώβριος 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031