Όταν ο χωρισμός κλονίζει τα θεμέλια της γονεϊκότητας

Οι περισσότεροι, λίγο ή πολύ, γνωρίζουμε εξ ακοής ή έχουμε υπάρξει μάρτυρες ιστοριών χωρισμού, με πρωταγωνιστές ζευγάρια διαφόρων ηλικιών που για τον ένα ή τον άλλο λόγο αδυνατούν να σχετιστούν με έναν τρόπο που να ικανοποιεί και τους δύο. Όταν η ρήξη του ζευγαριού προκύπτει στα πλαίσια της οικογένειας που έχουν δημιουργήσει κανείς καλείται, εκτός από τον εαυτό του και το άλλο μέλος της σχέσης, να διαχειριστεί και να κρατήσει ισορροπίες προς τα υπόλοιπα μέλη της, τα παιδιά. Παρότι λογικό ή αυτονόητο, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι δεν είναι πάντα τόσο απλό ή εφικτό όσο φαντάζει, μιας και τα πράγματα συχνά εκτραχύνονται με ανυπολόγιστες συνέπειες για όλους τους εμπλεκόμενους.

Άνθρωποι που αγαπήθηκαν, ερωτεύθηκαν, πολέμησαν για να είναι μαζί, να δημιουργήσουν οικογένεια και να αποκτήσουν παιδί, καταλήγουν συχνά οι πιο στυγεροί εχθροί. Χρησιμοποιούν σκληρά λόγια, μέμφονται ο ένας τον άλλον σε τρίτους ακόμα και προς τα ίδια τους τα παιδιά, πληγώνουν και πληγώνονται με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία, σέρνονται σε δικαστικές διαμάχες, μετέρχονται ενίοτε έκνομα μέσα (απαγωγή, δολιοφθορά) σε μια προσπάθεια να εξαλείψουν την υπόληψη του παλιού αγαπημένου (ήταν άραγε ποτέ;) εκθέτοντας τους εαυτούς τους, την εικόνα τους, το κοινωνικό τους κύρος. Επιδιώκουν να τιμωρήσουν, να πονέσουν, να ασκήσουν εξουσία, με στόχο να κλέψουν τα όποια προνόμια παραχώρησαν ο ένας στον άλλον οικειοθελώς, με ύστατο αλλά και υπέρτατο αυτό της γονεϊκότητας, την οποία, με τη λήξη της μεταξύ τους σχέσης, πασχίζουν πλέον να ιδιοποιηθούν κατ’ αποκλειστικότητα, απαιτώντας τη σχέση με το παιδί ως μοναδικό δικό τους προνόμιο και δικαίωμα, μετατρέποντας τη σχέση τους μαζί του σε πεδίο ανταγωνισμού και διεκδίκησης. Στις πιο ακραίες αλλά δυστυχώς όχι σπανιότερες περιπτώσεις, υποτιμούν και απαξιώνουν τον γονέα “αντίπαλο” στα μάτια του παιδιού, μιας και θεωρούν ότι μόνο εκείνοι αξίζουν την αγάπη και την προτίμησή του, αξιώνοντας μέσα από μια ανίερη και ενίοτε επιβεβλημένη συμμαχία, την υπέρτατη αναγνώριση που θα εξαϋλώσει την ύπαρξη του άλλου όσο εκείνος θα απορρίπτεται ή θα υποτιμάται από το παιδί.

Παιδιά που θυματοποιούνται στο όνομα των προσωπικών ματαιώσεων, της ερωτικής απογοήτευσης που ο εκάστοτε σύντροφος βιώνει ως διάψευση στα πλαίσια της συντροφικής σχέσης, με το άλλο μισό να ενσαρκώνει τον αδιάψευστο υποκινητή, τον αδιαμφισβήτητο αυτουργό, τον βασικό υπαίτιο της συναισθηματικής δίνης στην οποία έχει ο ίδιος εμπλακεί. Παιδιά που λειτουργούν σα δεκανίκι έναντι στον τσαλακωμένο εγωισμό του γονιού που αισθάνεται θιγμένος, που βιώνει την αποτυχία στην εκπλήρωση των επιθυμιών και την καταξίωση που επιδίωκε από τη σχέση. Παιδιά που καλούνται να ισορροπήσουν την αίσθηση της αποτυχίας, να αποκαταστήσουν ηθικά το γονέα που νιώθει βάναυσα αδικημένος και που αναζητεί ηθική αποκατάσταση με το να επιβάλλει στο παιδί να ταχθεί υπέρ του, επιδιώκοντας έτσι να τιμωρήσει στο διηνεκές τον άλλον, τον “κακό”, χωρίς ίχνος σεβασμού για τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του ίδιου του παιδιού, χωρίς συναίσθηση του τιμήματος που ζητά από εκείνο να πληρώσει καθώς θα επωμίζεται τις λαθεμένες δικές του ερωτικές επιλογές, επιφορτιζόμενο με μια γονεϊκή σχέση που τραυματίζεται ηθελημένα επειδή ο ίδιος το έχει ανάγκη. Παιδιά που εργαλειοποιούνται, καθώς εξαναγκάζονται να κουβαλήσουν ένα θυμό που δεν τους αφορά, που δεν συνέβαλαν στη δημιουργία του, που είναι ούτως ή άλλως οι έμμεσοι αποδέκτες του, ωστόσο υποχρεούνται να τον συντηρήσουν σε βάρος του ρόλου τους και της αυτονόητης σχέσης που επιθυμούν και προσδοκούν και προς τους δύο γονείς εξίσου. Έναν θυμό για τον οποίο οι ίδιοι οι ενήλικες είναι υπεύθυνοι, άμεσα ή έμμεσα, λόγω των επιλογών τους, ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της σχέσης τους που δεν κατάφεραν να ισορροπήσουν και που δεν την επιθυμούν πια. Έναν θυμό που ξεχειλίζει πλέον ανάμεσα στα μέλη του ζευγαριού και που είναι ανίκανοι να επεξεργαστούν και να απορροφήσουν, όπως οφείλουν και όπως το επιβάλλει ο ρόλος τους, όχι μόνο για τους ίδιους αλλά κυρίως για να προστατεύσουν το παιδί τους, που τον βιώνει, τον υπόκειται έτσι κι αλλιώς, χωρίς να φέρει καμία ευθύνη γι’ αυτόν. Θολωμένοι από τα αρνητικά συναισθήματα, από ενδεχόμενες επιρροές του άμεσου ή ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος που αποσκοπεί σε μια κακώς εννοούμενη υποστήριξη από τον “κακό άλλο”, που επιζητά υλική και ηθική δικαίωση, ωθούνται σε αγριότητες σε βάρος του παιδιού και του γονεϊκού τους ρόλου, σαμποτάροντας με όποιον τρόπο την επικοινωνία, διαβάλλοντας ο ένας τον άλλον, θέτοντας με κάθε τρόπο εμπόδια που δυσχεραίνουν τη δικαιωματική και ζωτική σχέση του παιδιού με κάθε έναν από τους δυο τους, πέραν και πάνω από την μεταξύ τους σχέση. Ο σύντροφος ήταν εν τέλει το μέσο για τη δική τους ευτυχία. Όταν πια αυτή δεν υλοποιείται, επιθυμούν να τον ξεριζώσουν από τη ζωή τους, συμπαρασύροντας μαζί τη σχέση του με το παιδί, μιας και ποτέ δεν αναγνώρισαν ισότιμα το ρόλο και την παρουσία του ως απαραίτητη πέραν της δημιουργίας του. Μιας και το ότι έπαψε να είναι καλός και επαρκής για τους ίδιους ισοδυναμεί με το ότι δεν δικαιούται να μοιράζεται τη σχέση και την αγάπη του παιδιού, που νιώθουν να τους ανήκει ολοκληρωτικά – απαίτηση που αν υλοποιηθεί σηματοδοτεί τη μέγιστη τιμωρία έναντι στην προδοσία που έχουν υποστεί, και που θα παίρνει σάρκα και οστά για όσο εκείνοι το χρειάζονται, μιας και θα φροντίσουν το μίσος και η απέχθεια που βιώνουν να φτάνουν πολλαπλάσια στον άλλον και μέσω του παιδιού.

Οι γονείς συχνά σχολιάζουν, μέσα από μια βαθειά συναίσθηση των απαιτήσεων του ρόλου τους, ότι δεν ήταν ίσως επαρκώς προετοιμασμένοι για τις απαιτήσεις που συνεπάγεται, καθώς δεν υπάρχει εγχειρίδιο εκπαίδευσης που να τους διδάσκει όσα χρειάζεται να ξέρουν, που τα ανακαλύπτουν στην πράξη, μέσα από τη σχέση με το παιδί, ή ενίοτε στη συνεργασία με τον ψυχολόγο, κατά τη διαδικασία της συμβουλευτικής. Όσο το παιδί μεγαλώνει και εξελίσσεται, εξίσου κι εκείνοι θέτουν ερωτήματα, αμφισβητούν δοσμένες ιδέες που πρέσβευαν πριν τη γέννησή του, αναθεωρούν και επανεκτιμούν προτεραιότητες, ωριμάζουν μαζί του και εξελίσσονται εξίσου. Όταν όμως τα πράγματα πάνε στραβά, πόσο εύκολο είναι να διατηρήσει κανείς τη διαυγή σκέψη, το καθαρό βλέμμα που η συνθήκη απαιτεί. Η αναμενόμενη, ενίοτε δικαιολογημένη οργή θολώνει την κρίση, η επιθυμία για εκδίκηση κυριαρχεί και γίνεται βασανιστική. Ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για τον γονιό. Αντιμέτωπος με τον χωρισμό, με συναισθήματα παράλογα και ενδεχομένως ανεξέλεγκτα, να μπορεί να επιστρατεύσει έναν συναισθηματικό διαχωρισμό ανάμεσα στον συντροφικό ρόλο που αποχαιρετά και στον γονεϊκό με τον οποίο έχει δεσμευτεί δια βίου. Πρόκειται για μια υγιή σχάση που αντανακλά την υποχρέωση του γονιού να σταθεί με σεβασμό απέναντι στον ρόλο που επέλεξε, που πάσχισε για να κατακτήσει με θυσίες υλικές, προσωπικού χρόνου και ενέργειας, σε βάρος άλλων ρόλων που χρειάστηκε να απαρνηθεί ή να μετριάσει. Το παιδί δεν ανήκει σε κανέναν, δεν είναι κτήμα, δεν εμπίπτει στη λογική “είναι δικό μου και το κάνω ό,τι θέλω”, δεν είναι προέκταση των συναισθημάτων, των αναγκών και των επιθυμιών των γεννητόρων του. Αντίστοιχα, η γονεϊκότητα δεν είναι κληρονομικός τίτλος ευγενείας, ένα ρούχο που κανείς ενδύεται ή απεκδύεται ανάλογα με τις διαθέσεις του. Απεναντίας, είναι ένα ιερό και αδιαμφισβήτητο προνόμιο, που προϋποθέτει και πορεύεται χέρι χέρι με συγκεκριμένες, διαχρονικές υποχρεώσεις, πέραν και πάνω από τη συντροφική σχέση στα πλαίσια της οποίας συνήθως εκπληρώνεται. Όταν αυτές αγνοούνται ή υποτιμούνται στο όνομα της ερωτικής διάψευσης, με την κατάρρευση της φαντασίωσης της συντροφικής σχέσης να συμπαρασύρει αδιακρίτως όλες τις ηθικές υποχρεώσεις που είναι άρρηκτα δεμένες με την ουσία του ρόλου, συνιστά μια θεμελιώδη αυτοακύρωση, που εγείρει σοβαρά ερωτήματα όχι μόνο ως προς το δικαίωμα που κανείς διεκδικεί αλλά και ως προς την αναγνώριση της ικανότητας που αξιώνει στο ρόλο αυτό.

Φώνη Τζιτζιμίκα, Ψυχολόγος

Πρώτη δημοσίευση: Άρθρο στο Arts&Antiques CCR

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Πιο δημοφιλή:

Ημερολόγιο
Ιούλιος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031