Πότε ξέρω ότι χρειάζομαι Ψυχολόγο?

Συχνά στη ζωή μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ασθένεια ή τον σωματικό πόνο. Η αναζήτηση συμβουλών ή κατάλληλης θεραπείας αποτελεί συνήθως μια αυθόρμητη κίνηση στην οποία καταφεύγουμε με σχετική ευκολία, με στόχο την αποκατάσταση της υγείας.

Ωστόσο, η αντίδραση αυτή δεν είναι εξίσου αυτονόητη όταν αυτό που νοσεί δεν είναι το σώμα.  Στο πεδίο του ψυχικού πόνου η αναγνώριση αλλά και η παραδοχή της δυσκολίας είναι περισσότερο διφορούμενη. Τα αντανακλαστικά μας είναι λιγότερο οξυμένα, μοιάζουμε διατεθειμένοι να αγνοήσουμε ή ακόμη περισσότερο να αποσιωπήσουμε μια ενόχληση που δεν εστιάζεται στο σώμα αλλά στο πως νιώθουμε, ξεγελώντας πρωτίστως τον ίδιο μας τον εαυτό, προκειμένου να αποφύγουμε να μιλήσουμε γι’ αυτό ή να επικαλεστούμε βοήθεια.

Η πιθανή έλλειψη πληροφόρησης, οι κοινωνικές προκαταλήψεις που επιτείνουν το φόβο στιγματισμού, εν γένει η άγνοια γύρω από την επίδραση των ψυχικών δυσκολιών στην συνολική σωματική υγεία αποτελούν κάποιες πιθανές ερμηνείες του συχνού εγκλωβισμού στον πόνο και την ασθένεια χωρίς προοπτική.  

Ωστόσο, όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θα θέλαμε, η πίεση αυξάνεται και ο έλεγχος μοιάζει να χάνεται. Οι αγαπημένες συνήθειες λειτουργούν τότε ως καταφύγιο ισορροπίας δρώντας ως αντίδοτο στην δυσαρέσκεια και την αναστάτωση, συμβάλλοντας στο να αποβάλλουμε την επιπλέον ένταση και να επαναφέρουμε το μυαλό και το σώμα σε κατάσταση ηρεμίας. Τι συμβαίνει όμως όταν αυτές παύουν να είναι αποτελεσματικές; Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ενεργοποιήσουμε ξανά τις προσωπικές «βαλβίδες εκτόνωσης», ώστε να συνεχίσουν να αποσπούν την προσοχή από τις δυσκολίες και να προσφέρουν ανακούφιση όπως συνήθιζαν, καταλήγουμε να τις υπερ-χρησιμοποιούμε, μετατρέποντας τις από πανάκεια σε παθολογικές έξεις.

Οι κοντινοί μας είναι συνήθως οι πρώτοι που διαπιστώνουν την αλλαγή, εφιστώντας την προσοχή μας, ενίοτε προτρέποντάς μας να στραφούμε σε κάποιον ειδικό. Παρόλο που οι συστάσεις τους συχνά αγνοούνται, η ανάγκη να απαλλαγούμε από την ένταση συνεχίζει να είναι επιτακτική. Ωστόσο, η απόφαση για αναζήτηση βοήθειας προϋποθέτει ένα εσωτερικό κίνητρο ώστε να οδηγηθούμε από τον προβληματισμό στην κινητοποίηση. Όταν αυτό απουσιάζει χρειαζόμαστε κάποια διακριτικά σημεία, κάποια πιθανά κριτήρια που θα μας υποψιάσουν και θα μας προτρέψουν στο να την αναζητήσουμε:

  • Tα πραγμάτων που απολαμβάνω να κάνω, που με ξεκουράζουν, που μου δίνουν χαρά και ικανοποίηση είναι όλο και λιγότερα.
  • Οι καθημερινές δραστηριότητες εκλαμβάνονται κυρίως σαν αγγαρεία, καταναγκασμός, πίεση.
  • Δυσκολεύομαι να διαχειριστώ τον προσωπικό χρόνο.
  • Δεν αισθάνομαι ικανοποίηση στις διαπροσωπικές μου σχέσεις.
  • Έχω απομακρυνθεί από σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μου.
  • Οι σχέσεις που διατηρώ χαρακτηρίζονται περισσότερο από συγκρούσεις παρά από μοίρασμα και επικοινωνία. 
  • Τείνω να επαναλαμβάνω τα ίδια ή παρόμοια λάθη στις σχέσεις μου με τους άλλους.
  • Βιώνω έντονο συναίσθημα θυμού ή λύπης που δεν εξηγείται επαρκώς από συγκεκριμένα συμβάντα.
  • Έχω επαναλαμβανόμενες σωματικές ενοχλήσεις.
  • Τείνω να υποτιμώ ή να μέμφομαι τον εαυτό μου για λάθη και αποτυχίες, σε σύγκριση με επιτεύγματα και ικανότητες άλλων.
  • Τείνω να απαξιώνω τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που προκύπτουν.
  • Παραπονιέμαι περισσότερο παρά χαίρομαι ή απολαμβάνω.

Τα πράγματα πάντοτε θα ξεφεύγουν. Στόχος δεν είναι η απόλυτη, διαρκής ισορροπία, αλλά η ικανότητα διαχείρισης των ανατροπών που αναπόφευκτα προκύπτουν. Όταν αυτή δεν λειτουργεί επαρκώς επηρεάζοντας τη σχέση μας με τους άλλους αλλά κυρίως τη σχέση με τον εαυτό μας, είναι η στιγμή να αναρωτηθούμε αν η συνδρομή του ειδικού, μπορεί να συμβάλλει στην ανάκτηση της χαμένης ισορροπίας.

Πρώτη δημοσίευση: Άρθρο Φώνης Τζιτζιμίκα στο PsychologyNow.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *