Καραντίνα – Πότε τελειώνει ο κοινωνικός περιορισμός

Διανύουμε μια μακρά και σχετικά απροσδιόριστη χρονικά περίοδο εγκλεισμού προκειμένου να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, τους άλλους αλλά και το σύστημα υγείας που δυστυχώς αδυνατεί να υποστηρίξει το ενδεχόμενο μαζικής νόσησης του πληθυσμού. Αναπόφευκτα, οι σκέψεις και οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την προσδοκία της λήξης του αναγκαστικού περιορισμού, όπου το να κυκλοφορούμε ελεύθερα, να συναντάμε αυτούς που επιθυμούμε και να κινούμαστε χωρίς να ζητάμε άδεια θα επανέλθει στα παλιά δεδομένα. Περιμένουμε με ανυπομονησία τη στιγμή που η βόλτα στο πάρκο, στη θάλασσα, η επίσκεψη στο κοντινό χωριό ή στο εξοχικό μας, δεν θα αποτελεί παρανομία ούτε θα επισύρει πρόστιμα, επισφραγίζοντας την επαναφορά της ζωής μας στους παλαιούς, συνηθισμένους της ρυθμούς.

Πόσο ανέμελη ωστόσο θα είναι η σκέψη μας τότε, ακόμη κι αν όλα αυτά που τώρα αρκούμαστε να ικανοποιούμε νοερά θα είναι εφικτά χωρίς να πρέπει να μηχανευτούμε δικαιολογίες ή να παρηγορηθούμε προσμένοντας την εκπλήρωσή τους;    

Η καραντίνα φαίνεται ότι κινδυνεύει να αφήσει το στίγμα της για καιρό. Όχι μόνο σα μια ζοφερή ανάμνηση ή σαν μια χρήσιμη υπενθύμιση του τι είναι σημαντικό και τι όχι, σαν αφορμή για αναθεώρηση προτεραιοτήτων και σπουδαιοτήτων, όπως συχνά έχει ειπωθεί. Αλλά κυρίως σε σχέση με έννοιες όπως ο φόβος και ο κίνδυνος, η αμφιβολία και η ανασφάλεια στην προσέγγιση με τους ακριβοθώρητους άλλους. Αυτό που τόσο μοιάζει να μας έχει λείψει, η πολυπόθητη ανθρώπινη επαφή, η δυνατότητα συγχρωτισμού σε καφέ, εστιατόρια, παραλίες και χώρους θεαμάτων, όταν θα είναι πλέον επιτρεπτή και διαθέσιμη, είναι πιθανό να συνεχίσει να μοιάζει ύποπτη και επισφαλής, περισσότερο από όσο φανταζόμαστε. Άλλωστε η ανησυχία για την υγεία μας θα παραμείνει ενεργή για αρκετό διάστημα, είτε σαν μακρινή ανάμνηση, είτε σαν σενάριο που κινδυνεύει να αναβιώσει ανά πάσα στιγμή, καθιστώντας την εγγύτητα προς τους άλλους δικαιολογημένα ύποπτη.

Ωστόσο, όσο πιο θεμιτές ή ρεαλιστικές κι αν είναι οι παραπάνω ανησυχίες, κινδυνεύουν συγχρόνως να τροφοδοτήσουν καταδιωκτικές αγωνίες, αναφορικά με την επαφή μας με τους άλλους, που έχουν τις ρίζες τους σε πιο προσωπικές εμπειρίες. Στις ανθρώπινες σχέσεις προκύπτουν συχνά συναισθήματα θυμού ή παράπονα που παραμένουν ανεπεξέργαστα, που δεν αποδυναμώνονται ή που δεν παίρνουν επαρκείς απαντήσεις, και τα οποία αναζωπυρώνονται σε κάθε ενδεχόμενη νέα επαφή. Όταν η συνθήκη που ζούμε επικροτεί ή επιβάλλει την κοινωνική απομάκρυνση,  αναπόφευκτα τα άγχη και οι ανασφάλειες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είχαμε καταφέρει να καθησυχάσουμε, έρχονται ξανά στο προσκήνιο, αποδυναμώνοντας τον αντίλογο απέναντι σε προϋπάρχουσες αρνητικές σκέψεις και βιώματα.

Άνθρωποι για τους οποίους οι κοινωνικές επαφές και η επικοινωνία απαιτούσε κόπο και ήταν συνυφασμένη περισσότερο με το φόβο παρά με τη χαρά, θα κληθούν να ξαναπείσουν τον εαυτό τους για την εμπιστευσιμότητα των άλλων, να εκτεθούν στην αναστάτωση που προκαλεί η  κοινωνική προσέγγιση,  να μαλακώσουν την ματιά τους ώστε να μην εκλαμβάνουν τον άγνωστο ως απειλή.

Το στοίχημα για τον καθένα μας θα είναι να καταφέρει να (ξανα) ξεχωρίσει το προσωπικό από το αντικειμενικό. Να διακρίνει πώς τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας αναπόφευκτα ευνοούν μια μεροληπτική ερμηνεία υπέρ θέσεων και συμπερασμάτων στα οποία είχαμε ήδη καταλήξει, ενισχύοντας προϋπάρχοντες φόβους και ανασφάλειες, που έχοντας πάρει τη μορφή της γενικής σύστασης μετατρέπονται από σκέψεις προς αμφισβήτηση, σε ατράνταχτες βεβαιότητες. Μόνο όταν δώσουμε στον εαυτό μας το περιθώριο να τα αμφισβητήσει, θα μπορέσουμε να βγούμε πραγματικά από την καραντίνα. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να παραμείνουμε εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτήν,  αναβιώνοντας και δικαιώνοντάς την με κάθε αφορμή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *