Απαντώντας σε δύσκολες ερωτήσεις των παιδιών – Πρέπει και πώς;

Στο ερώτημα αυτό, αν και η αυθόρμητη απάντηση των περισσοτέρων γονιών θα ήταν καταφατική, ωστόσο πολλές από τις ερωτήσεις που τα παιδιά θέτουν, προκαλούν αμηχανία για το πώς, ακόμη και για το αν θα πρέπει να απαντηθούν.

Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται αν και με ποιον τρόπο θα πρέπει να αποκριθούν σε ερωτήσεις των παιδιών που μοιάζουν «αταίριαστες» με την ηλικία τους, τις οποίες δεν είναι προετοιμασμένοι να ακούσουν, πόσο μάλλον να απαντήσουν.

Απορίες σχετικά με την ανατομική διαφορά των φύλων, την προέλευση των μωρών, τι σημαίνει έκτρωση, γύρω από το θάνατο και πολλές άλλες ερωτήσεις, δυσκολεύουν τους γονείς, και καταλήγουν να τις αποφεύγουν αλλάζοντας θέμα, παραπέμποντας στον άλλο γονιό για απάντηση, κάποιες φορές αποπαίρνοντας το παιδί με τη δήλωση ότι «θα μάθεις όταν μεγαλώσεις».

Συχνά η ανησυχία σχετικά με το αν η απάντηση που θα δώσουν είναι η ενδεδειγμένη, αποτρέπει από το να προσπαθήσουν να δώσουν στο παιδί την πληροφόρηση που αποζητά. Ωστόσο είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι εφόσον δημιουργηθεί μια απορία στο μυαλό του παιδιού, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί, όσο κι αν ο γονιός το επιθυμεί. Το παιδί θα προσπαθήσει να πάρει κάποια απάντηση, με όποιον τρόπο υπάρχει διαθέσιμος, ακόμη κι αν η πηγή της πληροφόρησης είναι ένα «μείγμα» που προκύπτει από τη στιγμιαία αντίδραση του γονιού, που συμπληρώνεται με τη συμβολή της φαντασίας, ή με κάποια μισόλογα που θα αποσπάσει από κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντος και τα οποία θα προσπαθήσει να ταιριάξει με έναν τρόπο που να βγάζει νόημα.

Το σίγουρο λοιπόν είναι ότι όσο κι αν οι γονείς δυσκολεύονται να δώσουν μια εξήγηση για πράγματα που κάποιες φορές δεν κατανοούν ούτε οι ίδιοι, η στάση της αποφυγής δεν θα καταστείλει τη φυσική περιέργεια του παιδιού. Εκείνο θα προσπαθήσει να καλύψει το κενό με όποιον τρόπο, όχι απαραίτητα τον πιο ενδεδειγμένο, και οι γονείς θα χάσουν την ευκαιρία να ελέγξουν το είδος της πληροφόρησης, και να το προστατεύσουν από πιθανή παραπληροφόρηση ή παρανοήσεις.

Άλλωστε, όταν οι γονείς παραμένουν διαθέσιμοι στην επικοινωνία με το παιδί, εξασφαλίζουν ότι θα στραφεί σε εκείνους όχι μόνο για να λύσει απορίες αλλά και για να μοιραστεί συναισθήματα και προβληματισμούς. Απεναντίας, όταν οι γέφυρες του διαλόγου κλείνουν με σκοπό την αποφυγή μιας προσωρινή δυσκολίας, δημιουργείται ένα κακό προηγούμενο στην επικοινωνία με το παιδί, που λειτουργεί αποτρεπτικά σε κάθε πιθανή προσέγγιση στο μέλλον. Αναλογιζόμενοι αυτό το ενδεχόμενο, ίσως η δική τους «αδέξια» και μη επαρκώς μελετημένη απάντηση να μην είναι και τόσο κακή τελικά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *